Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

Η αγάπη και η νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες έχει πια συναισθηματικό χαρακτήρα.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και σίγουρα η γιαγιά Ελέγκω θα μαζέψει κάποιο βράδυ και πάλι τα εγγόνια της για να τα διηγηθεί το όνειρο της, καθισμένη στην κουνιστή της πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. Θα βγάλει τον γνωστό πια βαθύ αναστεναγμό της και θα στοχαστεί αφήνοντας το βλέμμα της να ταξιδεύσει χαϊδεύοντας τα μαλλιά του μεγάλου της εγγονού που έχει το όνομα του άνδρα της...Είναι τόσα χρόνια που η γιαγιά η Ελέγκω είχε ξεκινήσει προσφυγοπούλα με την οικογένεια της μ' ένα αμάξι γιομάτο τα σπιτικά τους και μπήκε περνώντας τα γιοφύρια του Έβρου στα καινούργια μας σύνορα. Η καινούργια πατρίδα δεν την σήκωσε. Θράκη κι αυτή μα η γιαγιά Ελέγκω την άλλη Θράκη που την γέννησε και την ξετίναξε, εκείνη την Θράκη έχει ακόμη στο όνειρο της. Είναι τόσα χρόνια, εβδομήντα οκτώ ολάκερα χρόνια και όμως δεν μπορεί να χωνέψει αυτό τον χαμό.Τόχει καημό και πάθος, τόχει θλίψη και πόνο και ξυπνά με το όνειρο της και όσο περνούν τα χρόνια και όσο μεγαλώνει, τόσο ο πόθος γιγαντώνει. Κάθε φορά και κάπου βρίσκεται πότε στο σπίτι της το πατρικό, πότε στα χωράφια, πότε στα αμπέλια, πότε στο ποτάμι και πότε στην εκκλησία. Το όνειρο της έχει καταντήσει βάσανο.Τι να πρωτοθυμηθεί απ' όσα έβλεπε στο όνειρο της! Το μεγάλο τους σπίτι με τα χαγιάτια με τα στρωσίδια τους τα χειροποίητα στους αργαλειούς τους τα αμπέλια και τα χωράφια μια απέραντη γη, τον σκύλο τους τον Μούργο, όλα τα βλέπει στο όνειρο της το να σήμερα τ' άλλο αύριο.- Μάνα λέει με παράπονο, δε θα ξαναπάμε στη χώρα;- Ποια χώρα παιδί μ τώρα πια... Βγάλ το πε το νου σ και ξέχασε τα όλα, όλα.- Ποτέ δε θα τα ξεχάσω. Έτσι αξέχαστα θα με κυνηγούν πάντα στον ύπνο μου και θα με θολώνουν τη ζωή μ και θα μ ανάβουν τη Λαχτάρα. Ποτέ, ποτέ δε θα την ξεχάσω την χώρα.Έτσι κι αυτή την χρονιά έφτασαν τα Χριστούγεννα. Μέσα στο φτωχόσπιτο τους τ αγαθό κορίτσι προσπάθησε να θυμηθεί τα περασμένα. Είναι παραμονή και καθαρίζουν, πλένουν ετοιμάζουν το φτωχικό τους που τους χάρισε το κράτος για παντοτινή κατοικία. Την παραμονή ξύπνησε πάλι ταραγμένη η Ελέγκω.- Μάνα, μάνα έκραξε, να σε πω τ όνειρο μ.- Πάλ πε τ όνειρο σ παιδί μ και δεν ντρέπεσαι...- Ακου μαν μ να δεις. Ημνα, λέει στο σπίτι μας. Το σπίτ μας όπως όλα, σκεπασμένα πε χιόνια, χιόνια πολλά και πυκνά. Το πηγάδ της σπιτιού μας άχνιζε περίεργα, θαρρείς και μεσάτου έκαιγε φωτιά, θρακιά από ξύλα τη βουνού. Η μυγδαλιά μας, χιονισμέν έμοιαζε την ανοιξιάτικη μυγδαλιά που ξανοίγ με βιάση μη την προλάβνα. Μπα είπα ξαφνιασμέν η μυγδαλιά μας άνθησε. Ο Μούργος μας, το σκυλί μας το μαλλιαρό, δεμένος πε την αλυσίδα τ βάβιζε κι αλιχτούσε. Πήγα κοντάτ και τον ημέρωσα άφοβα. Τι έχσ Μούργο τον είπα! Κείνος πε την ουρά τ την παχιά και φουντωτή μ έδειξε την αγάπη του. Το χαγιάτ μας καλοστολισμένο και στο τζακ μας έκαιγε μια φωτιά. Όλα ρόδιζαν πε τις κόκκινες φλόγες της φωτιάς. Κύταξα πε το τζάμ βγάζοντας τ αριστερό μ χέρι στο μέτωπο σα γείσο για να δω. Τι όμορφο που ήταν. Θαρρείς και ποτέ το χαγιάτ μας δεν ήταν τόσο ωραίο. Σκούντηξα τη θύρα και μπήκα μέσα. Που ήσνα παιδί μ μια φωνή άκσα μέσα πε την κουζίνα και είδα τη γιαγιά τη Μαλτή να βγουν ζωσμέν την ποδιά της μ αλευρωμένα τα χέρια και πε την μηλινόβιστα στο δεξί χέρ. Πο ήσνα παιδί μ και σε ήθελα. Έλα να με βοηθήσεις είπε και γύρισε πίσω στην κουζίνα. Την ακολούθησα και ζώνοντας μια αθαρή πετσέτα στη μεσ μ άρχεψα να πλάθω τα τσουρέκια και η γιαγιάμ έδειχνε το ντρόπο. Να ετσ να.Ο πατέρα νάτος θαρρείς και τον γλέπω ζωντανό μπαίνοντας την ξώθυρα κρέμασε στο τσεγγέλ μισό γουρούν και παίρνοντας τη μαχαίρα του ψωμιού άρχισε να το κομματιάζ και βγαίνοντας την μπόρτα πε το χαγιάτ φώναξα. Μάνα έλα ο πατέρας σε θελ. Τώρα παιδί μ τώρα ακούσκε η φωνή σ όπως τώρα δαμε μίλσες. Και θαρρείς μάνα νύχτωσε. Και εμείς ανάψαμτη λάμπα, ανάψαμ και την μικρή και τη μεγάλ. Μα δε χαιρόμουνα όπως πάντα. Η ψυχή μ ήταν βαρεία όπως τώρα. Οταν να πε το σούροπο και η καμπάνα χτήπσε. Διάβαζε ο εσπερινός, και συ με είπες. Παιδί μ εμείς θα παμ ξημερώματα στην εκκλησιά πετά κοκόρια ν ακούσουμτη λειτουργία και να μεταλάβουμ. Και επέσαμ να κοιμηθούμ. Τόσο νωρίς σε είπα. Ναι παιδί μ νωρίς να σηκωθούμ νωρίς. Δεν ξέρω πως βρεθήκαμ στην εκλησιά. Δεν ήταν χειμώνας δεν ήταν χιόνια ήταν άνοιξ οι αμυγδαλιές ανθισμένες, τα πράσινα χωράφια μια θάλασσα καταπράσινη. Τ αρνιά βέλαζαν, τι ωραία έλεγα, τι ωραία. Και σαν χτύπησαν οι καμπάνες και ξυπνήσαμ να ντυθούμ τα γιορτινά μας θεγέ μου τι ήταν αυτό που ξάνοιξα πε το παράθυρο. Τοχιον μισό μπόγ στοιβάχτηκε μπροστά στον τοίχο, στην πόρτα, στα παράθυρα και ο πατέρας πε το φκυάρ του κυτούσε ν ανοίξ δρόμο. Η γιαγιά τρεμάμενπε το κρύο τουρτολύριζε. Πως α πάμ μάνα στην εκκλησία;- Παιδί μ μη νοιάζεσαι μ είπες και με στόλιζες πε τα καινούργια μ ρούχα. Θα πας παιδί μ ν μεταλάβσ πρέπ ν αλλάξσ τα νυφιάτικα σ θαρρείς κ είχα γιν νυφ κι ήμνα γυναίκα πε καιρό. Πάνω στο άλλαγμα μ ξύπνησα μάνα. Η καρδιά μ ταράχκε. Ένοιωσα πως ήταν όνειρο. Ένοιωσα πως κοιμό'θμνα στ φτωχικό κρεββάτ πως ήμαν εδώ στην προσφυγιά, ξενητεμέν σαυτό τοντόπο που δε μας χωρεί που δε θα διουμ πρόσωπο θεγού και μέρα φεγγερή- Σώπαινε παιδί μ μη βλαστημάς και δω καλά είμαστε. Ο Θεός μεγάλος. Αύριο θα γιορτάσουμε μαζί μ όλο τον γκόσμο τη μέρα τη Χριστού και μη χειρότερα παιδί μ.Και η Ελέγκω, η κόρη η ωραιότατη και καμαροφρύδα Θρακιώτισσα κοπέλα που λαχταρούσε και ονειρευόταν τη Θράκη από την άλλη όχθη του Εβρου, την τουρκοπατημένη, όπου δεν ακούγεται ο ψαλμός ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΙΝΩΝ Ο ΣΩΤΗΡ ΤΩ ΓΕΝΕΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΤΕΔΕΞΑΤΟ ΣΠΑΡΓΑΝΩΝ ΠΕΡΙΒΟΛΗΝ και η καμπάνα δε κτυπά κι ο Έβρος κετεβάζοντας μαζί με τα άλλα ποτάμια τα θολά του νερά ιστορεί τα περασμένα και το πως δεν είδε άλλη φορά τούτο το κακό από την άλλη όχθη.Σήμερα η Ελγκω, γιαγιά 88 ετών, κλαίει βουβά και το στήθος ανεβοκατεβαίνει και η λαχτάρα της μεγαλώνει και σφουγγίζοντας τα καυτά της δάκρυα που κυλούν πάνω στα ρυτιδιασμένα της μάγουλα αποκοιμήθηκε στην πολυθρόνα της αλλά μέσα στον ύπνο λέει και πάλι. ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΑΜ ΜΑΝΑ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ ΠΟΤΕ...Καιμ τα εγγόνια της ψιθυρίζοντας την απάντησαν. ΚΑΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑΓΙΑ ΕΛΕΓΚΩ, ΠΟΥ ΞΕΡΣ ΤΙ ΜΑΣ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΘΕΟΣ.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ «ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ» του Πολυδώρου Παπαχριστοδούλου